el χρονιοσ
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el του χρονου
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el εκτοσ τοπου και χρονου
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el μασ αφησε χρονουσ
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el εν ευθετω χρονω
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el χρονια πολλα
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el προιοντοσ του χρονου
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el συν τω χρονω
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el χρονου φειδου
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el ευτυχισμενοσ ο καινουριοσ χρονοσ
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el κακο χρονο να χεισ
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el χρονια και ζαμανια
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el και του χρονου
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el μεσοσ χρονοσ γκρινουιτσ
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el πανω στο χρονο
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el ο χρονοσ ειναι χρημα
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary
el παει ενασ χρονοσ
― DerivedFrom ⟶
Weight: 1.0
el χρόνοσ (n) Source: English Wiktionary